Παιδί και νέα γλώσσα Ποια γλώσσα να μιλήσω στο παιδί μου;

Ένα από τα ερωτήματα που απασχολούν τους γονείς όταν αποφασίζουν να μετοικίσουν σε άλλη χώρα είναι οι δυσκολίες που το παιδί τους πρόκειται να αντιμετωπίσει στο νέο του περιβάλλον.

Δυσκολίες που πηγάζουν κατά κύριο λόγο από το γεγονός ότι το παιδί δε γνωρίζει τη γλώσσα που υπάρχει στο περιβάλλον αυτό.

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ένα παιδί μεταναστεύει και ξαφνικά βρίσκεται μέσα σε μια κοινωνική ομάδα που μιλάει, γράφει και επικοινωνεί σε μια άλλη γλώσσα; Τι συμβαίνει όταν αυτό δεν μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, τις ανάγκες του, επειδή κανένας δε θα μπορέσει να το καταλάβει, αφού υπάρχει ένας άλλος γλωσσικός κώδικας; Τι συμβαίνει όταν το παιδί φοβάται ότι δε θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες του σχολείου, των δασκάλων του και των γονέων του;

2

Σύμφωνα με τον καθηγητή παιδοψυχιατρικής-ψυχιατρικής, Γρηγόριο Αμπατζόγλου , ο θυμός, η οργή, η ντροπή, το άγχος είναι μόνο μερικά από τα συναισθήματα που βιώνει το παιδί όταν έρχεται σε επαφή με ένα νέο γλωσσικό περιβάλλον. Εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού πως αυτό θα δεχτεί ή θα απορρίψει τη νέα γλώσσα. Εάν έχει ήδη αναπτύξει τους μηχανισμούς κατάκτησης της μητρικής του γλώσσας είναι πιο εύκολο για αυτό να συγκρίνει τις δύο γλώσσες και να αναπτύξει νέους μηχανισμούς επειδή έχει ήδη τις βάσεις. Αυτό όμως μπορεί να γίνει πιο δύσκολο εάν το παιδί αισθάνεται περηφάνια ή ντροπή για τη μητρική του γλώσσα και την πολιτισμική του κληρονομιά.

''Η γλώσσα είναι το μόνο που απομένει σε κάποιον που έχει μεταναστεύσει από την πατρίδα του. Όμως είναι αλήθεια ότι η γλώσσα περικλείει τα πάντα'' αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αυστριακός συγγραφέας Hugo von Hofmannsthal (1874-1929) και τονίζει τη σπουδαιότητα της μητρικής γλώσσας.

Η μητρική μας γλώσσα δεν είναι μόνο η γλώσσα που μαθαίνουμε όταν γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε μια χώρα. Είναι η γλώσσα που ακούμε όταν βρισκόμαστε μέσα στη μήτρα της μητέρας μας και η γλώσσα που μας καλωσορίζει σε αυτόν τον κόσμο. Δεν αποτελεί μόνο εργαλείο επικοινωνίας ή φορέα πληροφοριών και συναισθημάτων. Αποτελεί το μέσο που θα μας εντάξει σε μία ομάδα, σε μια κοινωνία, σε ένα έθνος.

3

Ένα παιδί που έρχεται να ζήσει σε μια νέα χώρα με μια νέα γλώσσα, αρχικά αισθάνεται παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο κόσμους. Στον κόσμο που άφησε πίσω του και στον κόσμο που ανοίγεται μπροστά του. Όπως όμως θα πει και ο Frederico Fellini: '' Κάθε γλώσσα βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο''. Όταν λοιπόν το παιδί έρχεται σε επαφή με έναν άλλο λαό, με μια άλλη γλώσσα και μια άλλη κουλτούρα, γνωρίζει ένα νέο τρόπο ζωής. Αρχίζει να σκέφτεται με διαφορετικό τρόπο και να συγκρίνει τις μέχρι τώρα αποκτημένες γνώσεις και εμπειρίες του με τις νέες.

Μπορούμε να παρατηρήσουμε πως το νέο περιβάλλον επιδρά πάνω του -νέο λεξιλόγιο, νέες συμπεριφορές, δυσκολίες στην έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων του- αλλά ταυτόχρονα και πως το ίδιο το παιδί επιδρά πάνω στο περιβάλλον του, το οποίο μεταβάλλεται για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις νέες ανάγκες που γεννιούνται.

Το παιδί που μεγαλώνει σε μια άλλη χώρα από τη γενέτειρά του, μιλάει συνήθως τη μητρική του γλώσσα όταν βρίσκεται στο σπίτι με την οικογένειά του και τη νέα γλώσσα, όταν βρίσκεται με τους φίλους του, τους συμμαθητές τους ή τους συναδέλφους του. Ο τρόπος που μιλάει και ιδίως η γλώσσα που χρησιμοποιεί αλλάζει πολλές φορές την ημέρα και εξαρτάται από το περιβάλλον στο οποίο θα βρεθεί και τους ανθρώπους με τους οποίους θα συνομιλήσει. Στον εγκέφαλό του υπάρχει χώρος για όλες τις γλώσσες και για όλα τα στυλ.

Επειδή πολλοί γονείς δεν το καταλαβαίνουν αυτό, ανησυχούν και διερωτώνται ποια γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιούνε όταν μιλάνε με τα παιδιά τους. Θεωρούν ότι αν μιλάνε μεταξύ τους τη νέα γλώσσα, θα τα βοηθήσουνε να αναπτύξουν τη γλώσσα πιο εύκολα και πιο γρήγορα. Δεν είναι και λίγοι αυτοί που απορρίπτουν τελείως τη μητρική τους γλώσσα και υιοθετούν τη νέα!

Δυστυχώς όμως, ξεχνάμε ότι τα παιδιά δε χρειάζονται έναν ακόμη δάσκαλο στο σπίτι, αλλά χρειάζονται κάποιον που θα τους δένει με τις ρίζες τους, με το παρελθόν τους. Τα παιδιά έχουν ανάγκη να ακούνε και να μιλάνε τη μητρική τους γλώσσα. Αυτή η γλώσσα βρίσκεται στο DNA μας. Αυτή τη γλώσσα την κουβαλάμε πάντα μαζί μας. Αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε καλύτερα τα συναισθήματά μας ή για να επικοινωνήσουμε με τους συγγενείς μας. Αυτή η γλώσσα είναι η γλώσσα των παραμυθιών μας και των νανουρισμάτων μας όταν ήμασταν παιδιά.

Η μητρική μας γλώσσα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας και της προσωπικότητάς μας και μας βοηθάει να επιτύχουμε κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη. Και αυτό είναι πιο σημαντικό από τη γλωσσική ανάπτυξη. Για αυτό το λόγο οφείλουμε εμείς οι γονείς να μιλάμε τη μητρική μας γλώσσα με τα παιδιά μας όταν ζούμε σε άλλη χώρα. Τη γλώσσα που τους προσφέρει ασφάλεια και σιγουριά. Και ταυτόχρονα να ενισχύουμε και να υποστηρίζουμε την προσπάθειά τους και την ανάγκη τους να μάθουν τη νέα γλώσσα.

Γιατί ας μην ξεχνάμε αυτό που έγραψε ο Wolfgang Goethe: ''Όταν κάποιος μαθαίνει μια ξένη γλώσσα, έχει τη δυνατότητα να μάθει καλύτερα τη μητρική του γλώσσα''.

 

Ευαγγελία Θεοδωρίδου
Εκπαιδευτικός σε πολυπολιτισμικό σχολείο στη Β.Σουηδία

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd